Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Μια ιστορία για μικρούς & μεγάλους ερωτευμένους

Πώς να κρυφτείς απ'τα παιδιά;Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα...Αυτό σκεφτόταν ο Κωστής κάθε φορά που τελευταία η κόρη του τον ρωτούσε πως γίνονται τα παιδιά.Η Αντιγόνη ήταν μόλις 7 χρονών,οι απορίες της όμως και ο τρόπος που τις διατύπωνε,δεν φανέρωναν καθόλου την ηλικία της."Τα παιδιά έρχονται όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι",της έλεγε ο Κωστής."Από πού έρχονται;Η Μαρία μου είπε ότι ο μπαμπάς της και η μαμά της όλο μαλώνουν κι όμως η κυρία Ελένη είναι έγκυος.Πώς γίνεται αυτό;".Τώρα τί να της πεις,σκεφτόταν δικαιολογημένα ο Κωστής.Κι ύστερα σκεφτόταν την γυναίκα του.
Την έχασε πριν έξι χρόνια από καρκίνο.Η Αντιγόνη δεν την θυμόταν και πάντα ρωτούσε για την μαμά της.Ήταν όμως αρκετά έξυπνη,που καταλάβαινε πότε πλήγωνε τον μπαμπά της αυτή η συζήτηση.Δεν το τραβούσε άλλο,του έδινε ένα φιλί κι εκείνος τα ξεχνούσε όλα.



Αυτό που δεν μπορούσε να ξεχάσει με τίποτα όμως,ήταν όταν μια μέρα προσπαθούσε πάλι να της πει για τον έρωτα και η μικρή του είπε με σοβαρό ύφος "Μπαμπά είσαι νέος για μπαμπάς.Να ερωτευτείς μια γυναίκα και να ξαναγίνεις μπαμπάς".Ο Κωστής είχε σοκαριστεί όχι τόσο επειδή η Αντιγόνη του έλεγε πως ήρθε η ώρα να αρχίσει να ξαναζεί,αλλά επειδή έτυχε εκείνη την περίοδο μια συνάδελφός του να του εκφράσει το ενδιαφέρον της.Διακριτικά βέβαια,αλλά έφτανε για να τον ταράξει.Εκείνος είχε έννοια μόνο την κόρη του.
Πλησίαζε 14 Φλεβάρη,η γιορτή των ερωτευμένων.Η Αντιγόνη και εκείνο το πρωί,καθώς ο Κωστής την ετοίμαζε για το σχολείο,έκανε τις ίδιες ερωτήσεις και αυτή τη φορά απαιτούσε σοβαρές απαντήσεις.Να ήταν εδώ η Ειρήνη,όλα θα ήταν πιο εύκολα,σκεφτόταν ο Κωστής.Πώς μπορούσε ένας άντρας να εξηγήσει,σωστά τουλάχιστον,σε ένα κοριτσάκι τί είναι ο έρωτας;"Όταν μεγαλώσεις θα γνωρίσεις κάποιον που θα σου μάθει",της απάντησε.Κι ύστερα κι άλλες ερωτήσεις.Ποιος θα είναι αυτός,που θα τον γνωρίσει,σίγουρα θα ξέρει;"Θα το καταλάβεις όταν θα ξέρεις κι εσύ.Όπως εγώ με την μαμά",της είπε και της το έκοψε."Εσύ μπαμπά θα το ξανακαταλάβεις ποτέ;",τον ρώτησε αφοπλιστικά.Ο Κωστής της χαμογέλασε."Έλα πάμε σχολείο",είπε για να αλλάξει θέμα.
Δυο μέρες μετά ανήμερα 14 Φεβρουαρίου,ο Κωστής είχε πολύ άγχος.Μια εσωτερική ταραχή,φόβος,αμηχανία,ντροπή,το παρελθόν,η Ειρήνη...Οι σκέψεις του όμως,έτρεχαν και κατέληγαν σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.Την Όλγα.Την άδεια της μικρή της είχε.Το θέμα βέβαια,ήταν πως την σκεφτόταν πολύ πριν εκείνη του προτείνει να τα πουν ή τα Χριστούγεννα να κάνουν ρεβεγιόν μαζί.Και με την κόρη του φυσικά.Η Όλγα δεν είχε ψευδαισθήσεις ότι ο Κωστής δεν έχει ευθύνες,αυτό έψαχνε για την ακρίβεια.Έναν άνθρωπο υπεύθυνο που την κάνει να γελάει.Κι ο Κωστής ήταν παραπάνω από κατάλληλος.Η σωστή λέξη ήταν "ιδανικός".
Αποφάσισε να αφήσει πάνω στο γραφείο της ένα τριαντάφυλλο και να την προσκαλέσει για φαγητό ίσως.Με ένα σημείωμα.Δεν ήταν σε θέση να της το προτείνει πρόσωπο με πρόσωπο.Πίστευε πως θα του έλεγε όχι μετά την άρνησή του στις δικές της προσκλήσεις και δεν άντεχε να το ακούσει.Ένα μικρό όχι ήταν ικανό να τον απογοητεύσει βαθιά,δεν πέρασε και λίγα.Άφησε το τριαντάφυλλο και το σημείωμα και βιάστηκε να φύγει.Η Όλγα τον είδε και τον πρόλαβε.Ο Κωστής πανικοβλήθηκε,του κόπηκαν τα πόδια.Με το ζόρι της μιλούσε,δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη από το άγχος του.Χωρίς να το καταλάβουν περπάτησαν μαζί ως το σχολείο της Αντιγόνης.Σαν δευτερόλεπτα του φάνηκε του Κωστή.Δεν σταματούσε να χαμογελάει και να γελάει.Το ίδιο και η Όλγα.Κοιτάζονταν στα μάτια.Μα τι συνέβαινε;Τι συναίσθημα ήταν αυτό;


"Μπαμπά ο έρωτας!",φώναξε η Αντιγόνη κι έτρεξε κοντά του βγαίνοντας από το σχολείο.Σαν να ξύπνησε από όνειρο.Η μικρή του έδειξε τις καρδιές που έφτιαξαν στην ώρα των καλλιτεχνικών και τον φτερωτό Έρωτα με τα βέλη του."Σ'αγαπώ,Αντώνης;Ποιος είναι ο Αντώνης;",ρώτησε ξαφνιασμένος ο Κωστής.Η Αντιγόνη έτρεξε σε ένα συμμαθητή της,τον έπιασε από το χέρι και πλησίασαν τον μπαμπά της και την Όλγα."Αυτός.Η κυρία είπε ότι οι ερωτευμένοι κρατιούνται από το χέρι",του δήλωσε περήφανα και άρχισε να περπατά μπροστά με τον Αντώνη.Ο Κωστής και η Όλγα αντάλλαξαν μια ντροπαλή ματιά.Πιάστηκαν χέρι χέρι κι ακολούθησαν τους μικρούς ερωτευμένους.




Read more »

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Μια Αξέχαστη Πρωτοχρονιά

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς και το κρύο ήταν αφόρητο.Η 15χρονη Λίνα κρυβόταν μέσα στο αφράτο παλτό της,ενώ η μητέρα της,Μάνια,δίπλα της πάρκαρε το αμάξι έξω από το σπίτι που μεγάλωσε στο χωριό."Μην ξεχάσεις το κασκόλ σου!",φώναξε στην Λίνα,καθώς εκείνη έβγαινε με φόρα από το αμάξι για να τρέξει στην μεγάλη αυλή όπου την περίμενε ο θείος της.
Αγκαλιάστηκαν και μπήκαν μέσα.Το σπίτι μικρό,αλλά τόσο ζεστό,έκανε πιο εύκολο και για τους τρεις τους να θυμηθούν όμορφες ιστορίες από το παρελθόν.Ο θείος Κώστας,μόνιμα κατσούφης πια,λες και δεν μπορούσε να το αποφύγει,γέμισε τρεις κούπες με τσάι.Η Λίνα έσφιξε μέσα στα χέρια της την δική της για να ζεσταθεί περισσότερο.Έπειτα από λίγο,χαιρέτησαν τον θείο της και βγήκαν στην αυλή για να φύγουν.
Η Μάνια άρχισε να θυμάται και ψέλλισε "Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα".Η Λίνα θυμόταν τι γλέντια έκαναν σ'εκείνη την αυλή όταν μαζευόταν όλη η οικογένεια.Το παλιό μεγάλο επιβλητικό σπίτι που η προγιαγιά της φυλούσε τα μπαχάρια,δεν υπήρχε πια.Τη θέση του είχαν πάρει χαλάσματα.Θυμήθηκε τότε που με τα ξαδέρφια της έκλεβαν τα αυγά απο τις κότες και τις τρόμαζαν για να σταματήσουν να τους κυνηγάνε.Τότε που σκαρφάλωναν και τραβούσαν τα τσαμπιά με τα σταφύλια για να δροσιστούν και αμέσως μετά έτρεχαν στην βρύση για να πλυθούν.Τότε που ο θείος της ο Κώστας ήταν χαμογελαστός και τους έφτιαχνε μια κούνια δένοντας ένα μεγάλο πανί με σκοινί στα δυο δέντρα μπροστά στην καγκελόπορτα και χωρούσαν και τα τέσσερα ξαδέρφια πάνω.Πόσο μικροί ήταν αλήθεια τότε!Και πώς άλλαξαν όλα μέσα σε λίγα χρόνια.Ούτε τσαμπιά με σταφύλια υπήρχαν πια,ο μικρός λαχανόκηπος είχε ξεραθεί,η μικρή αποθηκούλα έρημη και σκονισμένη παρακαλούσε για λίγη προσοχή.Το ίδιο και ο θείος της ο Κώστας,που φαινόταν πολύ μόνος.
"Άντε,πάμε!",αναστέναξε η Μάνια κοιτάζοντας το μόνο δέντρο που είχε απομείνει στην κάποτε καταπράσινη αυλή.Η Λίνα δεν μπορούσε σε όλη τη διαδρομή να ξεχάσει τα μάτια της μητέρας της.Παραμονή Πρωτοχρονιάς και έμοιαζε τόσο δυστυχισμένη.Έφτασαν στο σπίτι του θείου της στην πόλη.Ήταν ακόμη πρωί,η θεία της όμως είχε αρχίσει να μαγειρεύει από νωρίς.Ήταν όλοι εκεί.Οι θείοι της,τα ξαδέρφια της,η γιαγιά της...Είχαν καιρό να περάσουν τις γιορτές μαζί και φέτος όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα.Η Μάνια αποφάσισε να πάει να ξαπλώσει από νωρίς.
Ώρες μετά,ξύπνησε για να ετοιμαστεί για το τραπέζι,κανείς όμως δεν ήταν σπίτι.Κατέβηκε στον κάτω όροφο,αλλά και πάλι δεν βρήκε κανέναν.Η μυρωδιά της γαλοπούλας την οδήγησε στην κουζίνα.Το ταψί μεγάλο και μοσχομυριστό πάνω στο τραπέζι,άχνιζε μιας και ήταν ακόμη ζεστό.Δευτερόλεπτα μετά χτύπησε το τηλέφωνο.Ήταν ο αδερφός της Μάνιας,ο Σπύρος,ο οποίος την παρακαλούσε να πάρει την γαλοπούλα και να την παραδώσει στο σπίτι του θείου Κώστα.Εκείνος δεν είχε κάτι για το τραπέζι και αποφάσισαν τελευταία στιγμή να του τη δώσουν,αφού δεν ήθελε να έρθει στο σπίτι μαζί τους και προτιμούσε να μείνει μόνος.Οι υπόλοιποι είχαν πάει σε έναν γνωστό του Σπύρου για να πάρουν μια έτοιμη για το δικό τους τραπέζι."Α,και βάλε ένα χοντρό παλτό!",της τόνισε ο Σπύρος.
Η Μάνια σκέπασε την γαλοπούλα με το αλουμινόχαρτο και έβαλε το πιο χοντρό παλτό που βρήκε.Δέκα λεπτά αργότερα,έφτανε έξω από το σπίτι στο χωριό.Βιαστική όπως ήταν δεν πρόσεξε τα φώτα που είχαν λούσει την αυλή.Πήρε το ταψί από τη θέση του συνοδηγού,προχώρησε προς την πόρτα και μόνο όταν σήκωσε τα μάτια για να την ανοίξει είδε το δέντρο στην αυλή στολισμένο με λαμπιόνια και από κάτω ένα τεράστιο τραπέζι με όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα να την περιμένουν.Και πιο πολύ η Λίνα,που είχε σχεδιάσει τα πάντα γιατί ήθελε να κάνει την μητέρα της ευτυχισμένη.Η Μάνια άφησε το ταψί στην αδερφή της και αγκάλιασε την Λίνα σφιχτά."Θα κρυώσουμε λίγο,αλλά δεν πειράζει",είπε η Λίνα."Ευχαριστώ μωρό μου",της ψιθύρισε η Μάνια και της έδωσε ένα μεγάλο φιλί.Ο μπαμπάς της Λίνας,ο Νίκος,όπως πάντα τους διέκοψε "Άντε ρε παιδιά!Το φαϊ πείνασε!" και έκανε όλους να γελάσουν δυνατά.Ο Σπύρος έδωσε το σήμα να καθήσουν όλοι,ενώ κάθε τόσο άλλαζε θέση σε μια μικρή σόμπα που είχε συνδέσει με χίλια ζόρια,και κερνούσε κρασί "Για να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας!" όπως έλεγε.
Μέρες μετά ήταν όλοι στο σπίτι ξαπλωμένοι,σκεπασμένοι με κουβέρτες,αγκαλιά με θερμόμετρα και κάνοντας βηχο-κόντρες.Αυτή η Πρωτοχρονιά πραγματικά τους έμεινε αξέχαστη,δεν τους ένοιαζε όμως καθόλου.
Read more »

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Ένα μεγάλο διάλειμμα

Από μήνες προετοιμαζόταν η δεκάχρονη Αντιγόνη γι'αυτή την ξεχωριστή μέρα.Ε,ναι,γενέθλια είχε κάθε χρόνο,φέτος όμως όλα ήταν διαφορετικά.Η οικογένειά της ήταν και πάλι μαζί,ενωμένη και εκείνη ήθελε κάθε στιγμή από 'δώ και πέρα να είναι μοναδική για όλους.
Ήταν σχεδόν τρία χρόνια πριν όταν είδε τον πατέρα της να φεύγει με λίγα ρούχα και την μητέρα της να στέκεται παγωμένη κοιτάζοντας την πόρτα.Τότε δεν μίλησε.Κάθησε μόνο πάνω στη σκάλα ελπίζοντας πως ήταν άλλος ένας καβγάς και πως το πρωί όλα θα ήταν όπως πάντα.Η μητέρα της θα φώναζε για να σηκωθεί για το σχολείο,ο μπαμπάς της θα είχε ήδη ανάψει την μηχανή του αυτοκινήτου και θα την περίμενε έξω και ο μπόμπιρας ο αδερφός της,θα έκλαιγε ως συνήθως για να τραβήξει την προσοχή όλων.Δυστυχώς,τα πράγματα δεν έγιναν έτσι.
Ο Παύλος έλειπε για καιρό,η Μάχη προσπαθούσε να εξηγήσει στην Αντιγόνη το γιατί,κι εκείνη αναρωτιόταν μήπως οι γονείς της χώριζαν επειδή παραήταν άτακτη."Ούτε να το σκέφτεσαι αυτό",της είπε κοφτά ένα πρωί η Μάχη και συνέχισε εξηγώντας της πως,μπορεί με τον άντρα της τα πράγματα να μην πήγαν όπως θα ήθελαν και οι δυο,για το μόνο που δεν μετανιώνουν όμως είναι εκείνη και ο μικρός Δημήτρης.Η Αντιγόνη βέβαια,βασάνιζε το μυαλουδάκι της με διάφορες σκέψεις μιας και ήξερε πως οι γονείς συχνά λένε ψέματα στα παιδιά για να τα καθησυχάσουν.Είχε μάθει από την φίλη της την Μαρία,πως όταν οι γονείς φωνάζουν συνέχεια μέσα στο σπίτι,έρχεται η στιγμή που κουράζονται και χωρίζουν επειδή δεν αγαπιούνται πια.Αυτά σκεφτόταν.Όταν ο μπαμπάς της έφυγε από το σπίτι,πήρε και την αγάπη μαζί του;Δεν ήταν πια οικογένεια;Τί ήταν;


Η Αντιγόνη από νωρίς είχε δείξει πως δεν ήταν ένα συνηθισμένο παιδί.Διάβαζε πολύ και μάλιστα όχι μόνο για το σχολείο,αλλά και βιβλία που δύσκολα κατανοούν ενήλικες,πόσο μάλλον εκείνη.Τα παιδιά την κορόιδευαν επειδή φορούσε γυαλιά από τα 6 της,εκείνη όμως με τον καιρό έμαθε να μη τη νοιάζει.Έσκυβε στο βιβλίο της και όταν τα γυαλιά έπεφταν μπροστά,με μια χαρακτηριστική κίνηση τα έσπρωχνε στη θέση τους.Έτσι και αυτή τη φορά.Πήγε στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς της και διάλεξε δέκα βιβλία με συγκεκριμένο θέμα.Με γεμάτη αγκαλιά έφτασε με το ζόρι στο ταμείο κι άφησε ένα σακουλάκι με τις οικονομίες της στον Γιώργο,τον θείο της.Εκείνος χαμογέλασε αμήχανα,έβαλε τα βιβλία σε μια μεγάλη σακούλα και της επέστρεψε τα χρήματα.Η Αντιγόνη με δυσκολία έφτασε στο σπίτι,μιας και η σακούλα ήταν πιο μεγάλη και πιο βαριά από εκείνη.Κλείστηκε στο δωμάτιό της και άρχισε να διαβάζει για χωρισμένους γονείς και τα είδη των οικογενειών.Έπρεπε να είναι προετοιμασμένη για όλα.
"Εντάξει Γιώργο,σ'ευχαριστώ",είπε στενοχωρημένη η Μάχη κι έκλεισε το τηλέφωνο.Δεν έκανε τίποτα όμως.Ήξερε πως δεν μπορούσε και θα ήταν ανώφελο να εμποδίσει την Αντιγόνη από αυτή την επίπονη προετοιμασία.
Ο καιρός περνούσε και ο Παύλος με την Μάχη δεν το αποφάσιζαν οριστικά να χωρίσουν.Μπορεί να μην βλέπονταν,αλλά δεν είχε τελειώσει μέσα τους αυτή η ιστορία.Έτσι πέρασε ο πρώτος χρόνος,ο δεύτερος...Τον τρίτο χρόνο όμως,κάτι έγινε και ως δια μαγείας επέστρεψε εκείνη η ζεστή αύρα που γέμιζε το σπίτι τους τα πρώτα εφτά ευτυχισμένα χρόνια.Ο Παύλος ερχόταν τα Σαββατοκύριακα να παίρνει τα παιδιά και ήθελε να ξανάρθει και να ξανάρθει και να ξανάρθει...Και η Μάχη όμως,περίμενε πώς και πώς πότε θα τον ξαναδεί...Και τότε,μια μέρα όπως όλες οι άλλες που αποφάσισαν να φάνε όλοι μαζί,όταν τα λόγια δεν έβγαιναν,η μικρή Αντιγόνη το είπε."Γιατί δεν βγαίνετε ραντεβού;Η ανανέωση σε μια σχέση είναι πολύ σημαντική κι εσείς οι δυο το χρειάζεστε.Κι εμείς το ίδιο",είπε αναφερόμενη σε εκείνη και τον αδερφό της.Οι γονείς της γέλασαν.Ήξεραν πως η κόρη τους ήταν πολύ ώριμη για την ηλικία της και πως πολλές φορές είχε δίκιο.Αυτή ήταν μια από τις πολλές εκείνες φορές.
Σήμερα λοιπόν,όλα τα άσχημα ήταν παρελθόν.Η Αντιγόνη γινόταν έντεκα και ο Παύλος με τη Μάχη γιόρταζαν την όγδοη επέτειό τους.Συγγενείς και φίλοι είχαν φτάσει και γιόρταζαν όλοι μαζί την ευτυχία που είχε επιστρέψει.Το βράδυ,ώρες μετά κι αφού είχαν φύγει όλοι,η Αντιγόνη πήρε τον αδερφό της από το χέρι και πήγαν στη βεράντα."Φέραμε το δώρο σας",είπε με χαρά στους γονείς της,οι οποίοι ήταν πιασμένοι χέρι χέρι.Η Αντιγόνη άνοιξε ένα κουτί κι έβγαλε ένα πλαστικό ζευγάρι χειροπέδες,ένα από αυτά που είχε για να παίζει ο Δημήτρης κλέφτες κι αστυνόμους.Το πέρασε στα χέρια των γονιών τους με αυταρχικό ύφος."Τώρα δεν μπορείτε να ξαναχωρίσετε.Θα είστε δεμένοι για πάντα",είπε με χαμόγελο.Εκείνο το διάλειμμα των τριών χρόνων ήταν σα να μην έγινε ποτέ.Όλα θα συνεχίζονταν από εκεί που σταμάτησαν.
Read more »

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Η μικρή αρραβωνιαστικιά

Ήταν λίγες μέρες που είχε ξεκινήσει πάλι το σχολείο,αλλά τίποτε δεν ήταν το ίδιο για τον Φωτεινή.Δεν την ξύπνησε η μητέρα της με το ζόρι,κανείς δεν της είχε φτιάξει πρωινό,κανείς δεν της φώναζε να κάνει γρήγορα γιατί θα αργήσει.Και ο αγαπημένος της παππούς δεν θα την περίμενε πια για να την πάει σχολείο λέγοντάς της αστεία στον δρόμο.Ήταν έφηβη και μόνη.Τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Η Φωτεινή είχε μεγαλώσει με την γιαγιά και τον παππού σε μια ήσυχη πόλη με υπερβολική αγάπη.Οι γονείς της δούλευαν και οι παππούδες της την αγαπούσαν.Αυτή ήταν η δική τους δουλειά και την έκαναν τόσο καλά.Το σχολείο ποτέ δεν το συμπάθησε η Φωτεινή,μέχρι να καταλάβει την αξία του τουλάχιστον.Κάθε πρωί τα ίδια.Με το ζόρι σηκωνόταν κι αυτό αν της έταζαν τίποτα ο παππούς και η γιαγιά.
Με τον παππού της τον Απόστολο,είχε ιδιαίτερη σχέση.Όταν έλειπε η γιαγιά της έφερναν κρυφά μέσα το σκυλάκι της και όταν η γιαγιά επέστρεφε πιο νωρίς,ο Απόστολος έκανε νόημα συνομωτικά στη Φωτεινή να τρέξει να βγάλει έξω τον σκύλο.Αυτό ήταν το καρδιοχτύπι της τότε.Και η γιαγιά της που καταλάβαινε τι έγινε,έκανε πως δεν πήρε χαμπάρι τίποτα και άφηνε τους δυο παραβάτες να γελάνε συνθηματικά και να έχουν στα μάτια το μυστικό τους.
Ο Απόστολος ήταν αγαθός άνθρωπος.Ήθελε πάντα λίγα και ήξερε να δίνει πολλή αγάπη στους ανθρώπους,στα ζώα,στα λουλούδια του.Εκείνα τα τριαντάφυλλα,τα "σκυλάκια" που τόσο άρεσαν στην Φωτεινή,αλλά και τις ντοματιές,μόνος του τα είχε βάλει στον κήπο.Έτρεχε η Φωτεινή μέσα στα καλάμια που στήριζαν τις ντομάτες και χανόταν μέσα στις πρασινάδες."Όχι τις πράσινες,τις κόκκινες θα κόβεις!",την μάλωνε τάχα ο Απόστολος.Γέμιζε κι εκείνη το καλαθάκι που κρατούσε με τις κόκκινες και του τις πήγαινε χαμογελαστή."Φτάνουν για σαλάτα,τι λες;",ρωτούσε ρητορικά ο Απόστολος.
Τώρα πια,η Φωτεινή ήταν πολύ ψηλή,οι ντοματιές και τα λουλούδια δεν υπήρχαν.Το ίδιο και ο παππούς της.Πόσο άδεια ήταν όλα.Εκείνος δεν έκανε τίποτα,αλλά έφερνε μια "ζέστα" όπως έλεγε η μαμά της στο σπίτι,που έφτανε στις καρδιές όλων.
Κάθε μέρα περνούσε η Φωτεινή από το παλιό εκείνο σπίτι που είχε δίπλα τους δυο θάμνους με τα κίτρινα λουλούδια.Θυμόταν όταν δεν κρατιόταν κι έκοβε μερικά και πάντα ο Απόστολος της έλεγε "Τα κίτρινα λουλούδια είναι μίσος",αποτρέποντάς την από το να τα κόψει.Αλλά πάλι εκείνη τα έκοβε κι εκείνος πάλι έλεγε το ίδιο και γύριζαν σπίτι ευτυχισμένοι.Τους έβλεπαν οι γείτονες στον δρόμο και ο Απόστολος καμάρωνε για την εγγονή του.Δεν ήταν η πρώτη,αλλά ήταν η πιο αγαπημένη."Πάλι βόλτα με την αρραβωνιαστικιά σου πας Απόστολε;",τον πείραζε η Έλλη η γειτόνισσα."Πάμε για μαστίχες!",φώναζε η Φωτεινή και έμπαιναν στο γωνιακό μπακάλικο του κυρ-Γκόγκου.Τώρα πια,ούτε εκείνες οι μαστίχες υπήρχαν.

Read more »

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Coming Up: Διαβάστε στη νέα ιστορία

Πώς νιώθει ένας έφηβος όταν η παιδική του ηλικία ξεθωριάζει; Όταν όσα ήξερε και μεγάλωσε μαζί τους,είναι πια παρελθόν; Διαβάστε αύριο για τις γλυκιές αναμνήσεις της Φωτεινής και κάν'τε το δικό σας σχόλιο.


Read more »
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...