Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Μόνιμος επισκέπτης

Η μικρή Σοφία μόλις είχε φτάσει από το σχολείο και τώρα ο παππούς της την οδηγούσε στο σαλόνι του σπιτιού. Οι γονείς της, Γιάννης και Άρτεμη, κάθονταν αγκαλιασμένοι στον καναπέ και έβλεπαν μια ‘περίεργη’ ταινία, όπως σκέφτηκε η Σοφία. «Μαμά! Μπαμπά!», φώναξε και έτρεξε να κουλουριαστεί στην αγκαλιά των γονιών της. «Τι βλέπετε;», ρώτησε, και η Άρτεμη έκανε νόημα στον πατέρα της να τους αφήσει μόνους, πήρε βαθιά ανάσα και είπε: «Θυμάσαι τι μου ζήτησες να σου κάνω δώρο τόσες φορές;». «Μια κούκλα!», είπε η Σοφία και τα μάτια της άστραψαν από ενθουσιασμό. «Μια κούκλα ναι, μόνο που αυτή η κούκλα θα είναι ζωντανή και θα σου μοιάζει», είπε γλυκά η μητέρα της. Η Σοφία κοίταξε και τους δυο προβληματισμένη. «Θα αποκτήσεις ένα χαριτωμένο αδερφάκι Σοφία μου», είπε ο Γιάννης.
Η Σοφία τους άφησε και πήγε στο δωμάτιό της. Αν και ήταν έξι χρόνων, ήξερε πως δεν ήταν έτοιμη για ένα νέο μέλος στην οικογένεια. Είχε ακούσει την συμμαθήτριά της Άννα, να της λέει πως από τότε που απέκτησε αδερφό, η μαμά της ασχολείται μόνο μαζί του κι εκείνη ένιωθε λες και ήταν αόρατη. Και μετά, τον έφεραν στο δωμάτιό της. Δεν μπορούσε πια να παίξει ελεύθερα για να μη ξυπνήσει το μωρό, κι αν το έκανε οι γονείς της την μάλωναν και την τιμωρούσαν. Η Σοφία ήθελε να αποκτήσει αδελφάκι, αλλά είχε τόση ανάγκη την αγάπη των γονιών της που δεν ήταν διατεθειμένη να την μοιραστεί με κανέναν άλλον.
Οι γονείς της την έβλεπαν από την μισάνοιχτη πόρτα να κάθεται στο πάτωμα και να παίζει με τις κούκλες της. Το ήξεραν πως θα ήταν δύσκολο και θα έδιναν στην Σοφία όσο χρόνο χρειαζόταν για να αποδεχτεί την άφιξη ενός νέου μικρού ανθρώπου στο σπίτι. Μέρες μετά, το σπίτι ήταν πολύ ήσυχο. Η Σοφία δεν προκαλούσε πια εκείνη την όμορφη φασαρία που όσο κι αν έκανε την Άρτεμη και τον Γιάννη να φωνάζουν, τώρα πια τους έλειπε. «Της ήρθε απότομα», είπε ο Γιάννης ένα πρωί στην γυναίκα του. Η Άρτεμη ήταν πολύ στεναχωρημένη για να μπορέσει να απαντήσει. Ο Γιάννης την φίλησε και έφυγε για την δουλειά.
Η Άρτεμη ήταν παιδαγωγός και ήξερε πως έπρεπε να κάνει ότι και με τους μαθητές της. Να βρει έναν καινούριο τρόπο για να εξάψει την φαντασία της κόρης της, να φτιάξει ένα νέο παιχνίδι που η Σοφία θα λατρέψει. Ανέβηκε στο δωμάτιο της μικρής, πήρε χαρτόνια, κόλλα, χρυσόσκονη και ξεκίνησε. Όταν η Σοφία γύρισε από το σχολείο βρήκε στο δωμάτιό της έναν χάρτινο πίνακα που έγραφε πάνω το όνομά της και το όνομα της μητέρας της. Η Άρτεμη περίμενε. «Μαμά!», φώναξε η Σοφία. «Τι είναι αυτό;». «Σου αρέσει;», ρώτησε η μητέρα της. «Πολύ!», είπε η Σοφία. «Σκέφτηκα να κάνουμε έναν μικρό διαγωνισμό. Θα μετράμε κάθε μέρα ποια αγαπάει περισσότερο το μωράκι που έρχεται. Όποια κερδίζει θα παίρνει ένα αστέρι! Τι λες;». «Θα σε κερδίσω!», φώναξε η Σοφία. «Εγώ θα το αγαπάω περισσότερο!». Η Άρτεμη χαμογέλασε. Για εννιά μήνες δεν κατάφερε να πάρει ούτε ένα αστέρι. Το ίδιο και τα επόμενα χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...