Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Μια μεγάλη μέρα

Ήταν μια μέρα όπως όλες οι άλλες. Ο Αντρέας είχε τελειώσει το σχολείο και σουλατσάριζε με το ποδήλατο στην γειτονιά περιμένοντας να φανεί ο Νίκος, ο καλύτερός του φίλος. Ο Νίκος μετακόμιζε συχνά από πόλη σε πόλη, μιας και ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός. Πρωτοσυναντήθηκαν λίγα χρόνια πριν. Αρχικά ήταν γείτονες, συμμαθητές και μετά έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Διάβαζαν μαζί, έτρωγαν, έπαιζαν τα ηλεκτρονικά τους, έκαναν εκείνες τις μακρινές βόλτες με τα ποδήλατά τους εξερευνώντας τους κρυφούς πυρήνες της περιοχής, έκλαιγαν όταν χτυπούσαν τα γόνατά τους, γελούσαν. Κι όταν δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι από αυτά μαζί, δεν έκαναν τίποτα. Το ‘χώρια’ δεν υπήρχε για τα δυο αγόρια.
Όταν όμως το ‘χώρια’ θα γινόταν πραγματικότητα, όλα άλλαξαν. Ο Αντρέας άφηνε το πείσμα του να μπαίνει πάνω από όλα, χρησιμοποιώντας μια λέξη που άκουσε τυχαία στις ειδήσεις. Προδοσία. Αυτό σήμαινε για εκείνον η μετακόμιση του Νίκου, κι ας μην ήξερε ακριβώς την σημασία της λέξης. Ο Νίκος προσπαθούσε να του εξηγήσει ανάμεσα σε κούτες γεμάτες με πράγματα πως η φιλία τους δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει, ο Αντρέας όμως τον αγνοούσε. Δεν διάβαζε, δεν μιλούσε στους γονείς του, δεν χαμογελούσε κάθε πρωί όταν η μητέρα του έφτιαχνε το αγαπημένο του πρωινό, κλειδωνόταν στο δωμάτιό του και πλέον δεν τον ενδιέφερε ο χρόνος που τόσο περίμενε κάποτε να του αφιερώσει ο πολυάσχολος πατέρας του. Το ποδήλατό του ήταν σκονισμένο στο υπόγειο λες και είχε μείνει εκεί για αιώνες. Ο Αντρέας ένιωθε ότι είχε μεγαλώσει απότομα. Ήταν μόλις εφτά.
Ο Νίκος κράτησε επαφή, ζήτησε από τους γονείς του να επισκεφθούν τον Αντρέα, του έστελνε κάρτες στα γενέθλιά του με τη βοήθεια της μητέρας του, του τηλεφωνούσε… Ο Αντρέας όμως δεν ήταν ευχαριστημένος. Άκουγε τον φίλο του να λέει για το νέο του σχολείο, τις βόλτες με τα παιδιά της νέας γειτονιάς και ζήλευε λες και του έκλεψαν το αγαπημένο του παιχνίδι μέσα από τα χέρια. Μόνο που η φιλία του με το Νίκο ήταν το πολυτιμότερο παιχνίδι που είχε ποτέ.
Η σημερινή μέρα λοιπόν, παρά τις ομοιότητες με όλες τις υπόλοιπες, ήταν τόσο διαφορετική. Πιο φωτεινή και πιο όμορφη. Αυτό το πρωί ο Αντρέας ξύπνησε νωρίτερα, έφτιαξε πρωινό για όλους προσπαθώντας να φτάσει το βάζο με τη μαρμελάδα πατώντας σε μια καρέκλα, πήγε στο σχολείο σφυρίζοντας και χοροπηδώντας, πήρε δυο αστέρια από τη δασκάλα του στην ορθογραφία και γύρισε ανυπόμονος στο σπίτι. Ο Νίκος επέστρεφε στη γειτονιά, στο σχολείο, στην φιλία τους και του είχε υποσχεθεί πως θα γυρίσουν με τα ποδήλατα όλη την πόλη.
Όταν το ρολόι έδειξε έξι, φάνηκε στον ορίζοντα ένα κόκκινο αυτοκίνητο. «Ήρθε!», φώναζε και ξαναφώναζε ο Αντρέας προσπαθώντας να φτάσει γρήγορα κοντά. Το αυτοκίνητο σταμάτησε και βγήκαν οι γονείς του Νίκου. Ο Αντρέας περίμενε με αγωνία. Ξαφνικά άνοιξε η πίσω πόρτα και με δυσκολία βγήκε ο Νίκος. Είχε σπάσει το πόδι του. «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κρατήσω την υπόσχεσή μου.», είπε στον Αντρέα. Εκείνος παράτησε το ποδήλατό του κι έτρεξε να τον βοηθήσει. Δεν τον ένοιαζε πια, είχε τα πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...